Συγγραφείς του Ιστολογίου

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2009

Jura sunt vigilantibus scripta: Το πανεπιστημιακό άσυλο και η αμφισβήτησή του (Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, τ. 6, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2006, σελ. 678-685)

Η προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας δεν είναι μόνο συνταγματική διάταξη. Πριν από αυτήν ήταν, στο κοινωνικοπολιτικό πεδίο, διεκδίκηση• ύστερα από αυτήν είναι κατάκτηση. Και θα λειτουργήσει, στο μέτρο ιδίως που οι διδάσκοντες και οι διδασκόμενοι στα ΑΕΙ θα έχουν τη θέληση να την περιφρουρήσουν και να την αξιοποιήσουν.
Αρ. Μάνεσης, Η συνταγματική προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας, σε Συνταγματική θεωρία και πράξη, Θεσσαλονίκη, 1980.674, σ. 714.



Δεν αρκούν Συντάγματα που να προβλέπουν πολιτικά δικαιώματα, δεν αρκούν φοιτητικές συμμετοχές με απάθεια έναντι ακαδημαϊκών ασχημιών, χρειάζονται και πολίτες ή φορείς που να αποτολμούν τη χρήση τους, πολίτες χωρίς αδιαφορία στην ασχήμια.
Δ. Θ. Τσάτσος, Η μεγάλη παρακμή, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2006, σ. 305.




Α- Οι αμφισβητήσεις του πανεπιστημιακού ασύλου



Στις συζητήσεις για την αναθεώρηση του άρθρου 16 και τις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις της ανώτατης εκπαίδευσης φαίνεται να αναδεικνύεται και το πανεπιστημιακό άσυλο ως ένα από τα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Για παράδειγμα, σε πρόσφατη σύσκεψη πανεπιστημιακών του εξωτερικού, διαπιστώθηκε ότι το πρώτο από τα «τέσσερα «αγκάθια» (sic) στη λειτουργία των ελληνικών ΑΕΙ είναι «το πανεπιστημιακό άσυλο, η έννοια του οποίου έχει πλέον εκφυλισθεί, αφού ως επί το πλείστον γίνεται καταχρηστική χρήση του από μεμονωμένες ομάδες .» Κατά τη γνώμη, μάλιστα, ενός από τους καθηγητές αυτούς, «δεν μπορεί να μαζεύονται διάφοροι και να κάνουν τα πανεπιστήμια... τεκέδες. Πρέπει να ληφθούν δρακόντεια μέτρα για την προάσπιση των πανεπιστημίων. Βεβαίως, οι φοιτητές πρέπει να κάνουν την επανάστασή τους, όμως με συγκεκριμένα αιτήματα. Από την πλευρά τους, και οι πρυτάνεις πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους» .

Στο χορό όσων υιοθετούν την «εκδοχή του αγκαθιού» εντάχθηκε για λίγο και ο Πρόεδρος της ΓΣΕΕ, αν και στη συνέχεια προχώρησε σε ανασκευαστική δήλωση περί «ιερότητας του ασύλου» , ενώ προβληματισμούς ως προς τη λειτουργία του τελευταίου διατυπώνουν, ψυχραιμότερα, είναι αλήθεια, τόσο η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΟΚΕ) όσο και το τελικό πόρισμα της Επιτροπής του ΕΣΥΠ για την Πανεπιστημιακή Εκπαίδευση .

Μερίδα του τύπου είναι ιδιαίτερα ενθουσιώδης στην προβολή παρόμοιων πολεμικών κατά του ασύλου. Σύμφωνα με τον διευθυντή της «Καθημερινής» κ. Αντώνη Καρκαγιάννη, «στην εποχή μας η δημοκρατία είναι πολύ καλά θωρακισμένη και δεν αντιμετωπίζει προβλήματα που να επιβάλλουν στεγανά, όπως το πανεπιστημιακό άσυλο. Υπ' αυτές τις συνθήκες, το άσυλο έχει αντίθετα αποτελέσματα από τους στόχους του, καθώς γίνεται έρμαιο οργανωμένων μειοψηφιών» .

Πρωτοσέλιδο άλλης εφημερίδας, διαφορετικού κλίματος, δεν αφήνει αμφιβολία για το ποια είναι τα αποτελέσματα αυτά: «Ο θεσμός του Πανεπιστημιακού Ασύλου, σε συνδυασμό με την έκπτωση των ηθών, συχνά μετατρέπει τα πανεπιστήμια σε χώρους ανάπτυξης του εγκλήματος. (…) Τα πανεπιστήμια έχουν γίνει καταφύγια κάθε λογής εγκληματικών στοιχείων, από συμμορίες ανηλίκων μέχρι αλλοδαπούς κακοποιούς αλλά και "αναρχικούς"» .

Οι απόψεις αυτές, οι οποίες επαναλαμβάνονται συχνά χωρίς αντίλογο, αναλύονται, συνεπώς, σε δύο κατά βάση επιχειρήματα: το μείζον προβάλλει ότι σε μία δημοκρατική κοινωνία δεν υπάρχει λόγος ύπαρξης πανεπιστημιακού ασύλου και το επικουρικό ότι, σε κάθε περίπτωση, ο υφιστάμενος θεσμός έχει «εκφυλιστεί» και χρειάζεται αναμόρφωση.

Παρακάτω θα επιχειρηθεί η ανασκευή αυτών των επιχειρημάτων (Α), ενώ στη συνέχεια αναλύεται η συνταγματική βάση της προστασίας του ασύλου και τα όρια της ρύθμισής του από τον κοινό νομοθέτη (Β).

Α-1 Ένας περιττός θεσμός σε μία δημοκρατική κοινωνία;



Το έτος 1977 ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο οποίος είχε διοριστεί από μία δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, στο πλαίσιο μιας, γενικά, ομαλής κοινοβουλευτικής ζωής, εξέδωσε την παρακάτω γνωμοδότηση, ως προς τα όρια επέμβασης της αστυνομικής δύναμης στο Πανεπιστήμιο:

«Ειδικώτερον η παρουσία της αστυνομικής αρχής και η υπ' αυτής ενέργεια των εκ των νόμων επιβαλλομένων εις αυτήν, εις προσιτούς εις πάντα Πανεπιστημιακούς χώρους, ως λ.χ. εις τον προ του κεντρικού κτιρίου του Πανεπιστημίου Αθηνών τοιούτον, δεν χρήζει της αδείας οιουδήποτε. Το αυτό και προκειμένου περί περίκλειστων Πανεπιστημιακών χώρων, εφ' όσον αι είσοδοι προς αυτούς παραμένουσι ανοικταί δια, την ανέλεγκτον είσοδον των βουλομένων.

(…)

Η παρουσία της αστυνομικής αρχής εις τάς Φοιτητικάς συνελεύσεις όταν αύται πραγματοποιούνται άνευ εγγράφου αδείας του Πρυτάνεως (…) ως επίσης εις τας κατόπιν αδείας πραγματοποιούμενας συνελεύσεις, τας εκ του σκοπού των παρεκτραπείσας και μεταβληθείσας εις πολιτικάς συναθροίσεις περιέχουσας τον αυτόν κίνδυνον, η αστυνομική αρχή, δεν, έχει, κατά την γνώμην μας, ανάγκην αδείας τινός, διότι εις αμφοτέρας τάς περιπτώσεις δεν πρόκειται περί της θαλπομένης εκ των διατάξεων του Οργανισμού φοιτητικής συνελεύσεως, αλλά περί παρανόμων συναθροίσεων, απόκειται δε εις την εκ των πραγμάτων καθοδηγουμένην κρίσιν της, η επιβαλλομένη ή ενδεδειγμένη εις εκάστην περίπτωσιν ενέργεια ή στάσις της.

(…)

Τέλος, όσον άφορα την δι' έγγραφων, επικολλήσεων κ.λπ. ρύπανσιν των προβλεπόντων εις χώρους προσιτούς εις το κοινόν (οδούς, πλατείας κ.λπ.) πλευρών των τοίχων πανεπιστημιακών κτιρίων και μανδροτοίχων ή κιγκλιδωμάτων πανεπιστημιακών χώρων, και την επί τούτων ανάρτησιν επί υφάσματος, ή άλλης ύλης, φιλοτεχνουμένων επιγραφών «πανώ», εφαρμογήν έχουν αι γενικώς εις την περίπτωσιν ισχύουσαι διατάξεις. Εις την αστυνομικήν αρχήν επιβάλλεται ιδιαιτέρως ή μέριμνα αμέσου διαγραφής των εγγραφών και αφαιρέσεως των επικολληθέντων εντύπων και των «πανώ», όταν το περιεχόμενον αυτών εμπίπτει, κατά την κρίσιν της, εις τας διατάξεις του α.ν. 942/1946, «περί λήψεως μέτρων προς κατευνασμόν των πολιτικών παθών», ως και ή ανακάλυψις ή εις δίκην προσαγωγή των φυσικών και ηθικών αυτουργών του εγκλήματος, του υπό του ειρημένου άναγκ. νόμου προβλεπομένου. »



Παρά την έλλειψη ρητής νομοθετικής πρόβλεψης περί πανεπιστημιακού ασύλου, οι απόψεις αυτές ήταν αντισυνταγματικές και την εποχή που διατυπώθηκαν. Το άσυλο προϋπήρχε της νομοθετικής του κατοχύρωσης, λόγω της θεμελίωσής του αφενός στη θεσμική εγγύηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας του άρθρου 16 και αφετέρου στο σχετικό συμπληρωμτικό συνταγματικό έθιμο (βλ. παρακάτω Β-1). Για το λόγο αυτό και ο νομοθέτης του ν. 1268/1982 συνειδητά χρησιμοποίησε τη φράση «αναγνωρίζεται το Πανεπιστημιακό Άσυλο» , για να δείξει ακριβώς ότι δεν θεσπίσθηκε το πρώτον, αλλά υφίστατο ήδη κατά το χρόνο της ρύθμισης.

Η εν λόγω γνωμοδότηση, όμως, είναι αποκαλυπτική για το τι θα μπορούσε να συμβεί σε μια «δημοκρατική κοινωνία» όπου δεν θα υπήρχε πανεπιστημιακό άσυλο: η αστυνομική δύναμη θα παρακολουθούσε, κατά βούληση, όλες τις φοιτητικές συνελεύσεις ή άλλες εκδηλώσεις που θα διεξάγονταν χωρίς άδεια των πρυτανικών αρχών και που θα ήταν, εξ αυτού του λόγου «παράνομες συναθροίσεις». Στη δυστοπική αυτή «δημοκρατική κοινωνία» όσοι θα διακινούσαν μέσα στους πανεπιστημιακούς χώρους δυσάρεστες απόψεις θα διώκονταν με βάση την εμφυλιακή νομοθεσία «προς κατευνασμό των πολιτικών παθών» και τα λαγωνικά της αστυνομίας, αφού διέγραφαν «αμέσως τας εγγραφάς και αφαιρούσαν τα επικολληθέντα έντυπα» θα αναζητούσαν τους ηθικούς αυτουργούς του εγκλήματος!

Και όμως, το πανεπιστημιακό άσυλο, ως κατάκτηση του κοινού ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού, δεν αποτελεί απλώς θεσμική εγγύηση για την απόκρουση παρόμοιων επεμβάσεων που μόνον σε αστυνομικά κράτη προσιδιάζουν, αλλά συγκαθορίζει και το τι σημαίνει σήμερα Πανεπιστήμιο. Η βασική διαφορά ανάμεσα στο πανεπιστημιακό άσυλο και σε «άσυλα» προηγούμενων ιστορικών περιόδων έγκειται ακριβώς στον πολιτικό χαρακτήρα του πρώτου, σε αντίθεση με το θεολογικό-ιδεολογικό χαρακτήρα των τελευταίων .

Το πανεπιστημιακό άσυλο αποτελεί μία κατάκτηση ελευθερίας που διαμορφώθηκε ιστορικά στο πλαίσιο του αγώνα για αυτονόμηση του Πανεπιστημίου αρχικά από τη μοναρχική και στη συνέχεια και από την εκκλησιαστική εξουσία. Για το λόγο αυτό και θεωρείται στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες μία από τις βασικές θεσμικές εγγυήσεις της ακαδημαϊκής ελευθερίας .



Α-2- Η επάρκεια της υφιστάμενης νομοθετικής ρύθμισης και η ανεπάρκεια της εφαρμογής της



Οι καλόπιστες κριτικές κατά της παρούσας ρύθμισης δεν αρνούνται την αναγκαιότητα ύπαρξης του ασύλου, θεωρούν όμως ότι πρέπει να αλλάξουν οι προϋποθέσεις επέμβασης της δημόσιας δύναμης σε αυτό, ή τα όργανα και η διαδικασία για την άρση του. Έτσι, για παράδειγμα, η Ο.Κ.Ε. επισημαίνει ότι το πρόβλημα στη λειτουργία του ασύλου «αποδείχθηκε στην πράξη ότι δεν αφορά τον ορισμό αλλά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η άρση του ώστε να μη χρησιμοποιείται για παράνομες πράξεις και για σκοπούς ξένους προς την ακαδημαϊκή ελευθερία. Γι’ αυτό προτείνεται η διαφοροποίηση των προϋποθέσεων άρσης του. Μεταξύ των περιπτώσεων άρσης του ασύλου θα πρέπει να περιληφθεί ρητά η διάπραξη βανδαλισμών σε συγκεκριμένο πανεπιστημιακό χώρο και η παρεμπόδιση της ελεύθερης εισόδου στο ίδρυμα των φοιτητών και των καθηγητών αυτού» .

Οι απόψεις αυτές, που επιδιώκουν να αντιμετωπίσουν μέσω των ρυθμίσεων του ασύλου φαινόμενα εξωθεσμικής διαμαρτυρίας, όπως οι καταλήψεις, δεν αντιλαμβάνονται τη νομική φύση και τις λειτουργίες του. Το άσυλο δεν καθιερώθηκε, ούτε μπορεί να λειτουργήσει προς την κατεύθυνση αυτή, χωρίς αυτό να σημαίνει, βεβαίως, ότι κωλύει τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων, ακόμη και αστυνομικών, όταν κινδυνεύουν δημόσια αγαθά ή διαπράττονται παράνομες πράξεις εντός του πανεπιστημίου.

Για να διαλυθούν παρόμοιες παρανοήσεις πρέπει να αναλυθούν σύντομα οι λειτουργίες του ασύλου. Κατά την ρητή διατύπωση της παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 1268/1982, «το Πανεπιστημιακό Άσυλο (…) συνίσταται στην απαγόρευση επέμβασης της δημόσιας δύναμης στους χώρους αυτούς χωρίς την πρόσκληση ή άδεια του αρμόδιου οργάνου του Α.Ε.Ι..» Στο πλαίσιο αυτό εξασφαλίζει στις πανεπιστημιακές αρχές τον αποκλειστικό έλεγχο του χώρου ευθύνης τους, αποκλείοντας εκεί κάθε επέμβαση, ή και την απλή παρουσία της αστυνομίας , εκτός από τις περιπτώσεις που ο νόμος επιτρέπει . Αποτελεί, επομένως, μία θεσμική εγγύηση που αποσκοπεί στο να προστατεύσει την αυτοδιοίκηση του Πανεπιστημίου, έναντι της κρατικής εξουσίας, ώστε να παραμείνει αυτό τόπος ακαδημαϊκής ελευθερίας και forum διακίνησης ιδεών.

Με αυτή την έννοια, το άσυλο προστατεύει απολύτως και αυτοτελώς το χώρο του πανεπιστημίου, ανεξαρτήτως από το εάν εκτελούνται σε αυτό εκπαιδευτικές λειτουργίες . Γι’αυτό το λόγο και, κατά την ίδια παράγραφο 5 του άρθρου 2 του ν. 1268/1982 «καλύπτει όλους τους χώρους των Α.Ε.Ι.», με άλλα λόγια όχι μόνον αυτούς που εξυπηρετούν τις ανάγκες διδασκαλίας, αλλά και τις διοικητικές υπηρεσίες και τις φοιτητικές εστίες, και μάλιστα ανεξαρτήτως ώρας ή εποχής, άρα και κατά την διάρκεια της νύχτας ή των καλοκαιρινών διακοπών .

Και τούτο γιατί ναι μεν ο αρχικός σκοπός της κατοχύρωσης του ήταν η θεσμική διασφάλιση της ακαδημαϊκής ελευθερίας και της ακαδημαϊκής διδασκαλίας, το άσυλο όμως, όπως διαμορφώθηκε ιστορικά, εγγυάται στα όργανα αυτοδιοίκησης του πανεπιστημίου τον πλήρη και αποκλειστικό έλεγχο κάθε πανεπιστημιακού χώρου, χωρίς καμιά άλλη προϋπόθεση . Προς αυτή την κατεύθυνση έχει συμβάλει η συμπληρωματική θεμελίωση του ασύλου στο σχετικό συνταγματικό έθιμο που έχει διαμορφωθεί (βλ. παρακάτω Β-1), το οποίο προστατεύει πλέον όχι μόνον την ακαδημαϊκή ελευθερία έρευνας και διδασκαλίας, αλλά γενικότερα την διακίνηση των ιδεών, ακόμη και εάν δεν γίνεται για εκπαιδευτικούς λόγους ή από μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας.

Αυτή η συμπληρωματική λειτουργία αποτυπώνεται ρητά και στη νομοθετική του καθιέρωση στο άρθρο 2 παρ. 1 του νόμου 1268/1982, που έχει ως εξής: «1. Η ακαδημαϊκή ελευθερία στη διδασκαλία και την έρευνα καθώς και η ελεύθερη διακίνηση των ιδεών κατοχυρώνεται στα Α.Ε.Ι.» Είναι σαφές ότι η «ελεύθερη διακίνηση των ιδεών» τίθεται κατά παράθεση, ως ευρύτερη των αγαθών της ελευθερίας διδασκαλίας και έρευνας που προηγούνται.

Βάσει των ανωτέρω, είναι αδύνατο να υπάρξει παραβίαση του ασύλου από οποιονδήποτε άλλο εκτός από όργανο της εκτελεστικής εξουσίας που ασκεί αστυνομικές λειτουργίες , πολύ περισσότερο από φοιτητές ή καθηγητές, ακόμη και εάν αυτοί δεν ασκούν τα εκπαιδευτικά τους καθήκοντα αλλά, για παράδειγμα, απεργούν ή διαδηλώνουν .

Δεδομένου δε ότι το άσυλο προστατεύει το χώρο του πανεπιστημίου και όχι την εκπαιδευτική διαδικασία καθεαυτή (για την οποία υπάρχουν άλλες εγγυήσεις, σχετικές με την ελευθερία της διδασκαλίας και τη λειτουργική ανεξαρτησία των μελών ΔΕΠ –παρ. 1 και 6 του άρθρου 16 Συντ.), καλύπτει όλους όσοι βρίσκονται στο εσωτερικό του ιδρύματος, ακόμη και εάν δεν είναι μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας.

Βεβαίως, τούτο δεν σημαίνει ότι εξωπανεπιστημιακοί ή και μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας που διαπράττουν, για παράδειγμα, βανδαλισμούς ή άλλες παράνομες πράξεις σε πανεπιστημιακό χώρο προστατεύονται από το άσυλο. Παρόμοιες συμπεριφορές συνιστούν κλασσική περίπτωση κατάχρησης δικαιώματος (του αντανακλαστικού δικαιώματος που απορρέει από τη θεσμική εγγύηση για απόκρουση κάθε αστυνομικής επέμβασης) κατ’ άρθρο 25 παρ. 3 και συνεπάγονται την άρση της συνταγματικής προστασίας .

Άλλωστε, η απαγόρευση επέμβασης αφορά μόνο τη δημόσια δύναμη, ενώ τα πανεπιστημιακά όργανα όχι απλώς μπορούν, αλλά οφείλουν να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία, κατά την κρίση τους, μέτρα φύλαξης ή επιτήρησης, ώστε να είναι δυνατή η ασφαλής κίνηση και παραμονή στους πανεπιστημιακούς χώρους . Αν δεν το πράξουν, παραβιάζουν θεσμική τους υποχρέωση, χωρίς να ευθύνεται για αυτό το πανεπιστημιακό άσυλο . Εξυπακούεται δε ότι αποτελεί υποχρέωση, όχι νομική, αλλά θεσμική, του φοιτητικού κινήματος να περιφρουρήσει εξαρχής το ίδιο το χώρο του. Όταν οι περιστάσεις έχουν φτάσει στο σημείο να απαιτούν επέμβαση των πρυτανικών ή άλλων αρχών, τούτο αποτελεί από μόνο του απόδειξη της αποτυχίας του φοιτητικού κινήματος να ανταποκριθεί στην υποχρέωση του αυτή.

Από τους «αμφισβητίες» του ασύλου προβάλλεται, ακόμη, ένα διαδικαστικό πρόβλημα, ότι δηλαδή το άσυλο δεν προστατεύεται αποτελεσματικά γιατί η τριμελής Επιτροπή Ασύλου, το αρμόδιο όργανο για την άδεια άρσης, κατά κανόνα δεν μπορεί να συγκροτηθεί, γιατί οι φοιτητές δεν ορίζουν εκπρόσωπό τους, ούτε είναι ευέλικτο, εφόσον απαιτείται ομοφωνία για την έκδοση απόφασής του . Για το λόγο αυτό προτείνεται συχνά η αλλαγή οργάνου ή διαδικασίας .

Η κριτική αυτή δεν είναι βάσιμη. Κατ’αρχήν, η εμπειρία δείχνει ότι η βασική δυσκολία για την αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων, όπου πράγματι απαιτείται η άρση του ασύλου, οφείλεται στο φόβο ανάληψης της σχετικής ευθύνης από τις αρμόδιες πανεπιστημιακές αρχές . Άλλωστε, και με το υφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς είναι δυνατό να αντιμετωπισθεί ενδεχόμενη αποχή των φοιτητών από την Επιτροπή Ασύλου, χωρίς να συγκληθεί αναγκαστικά η Σύγκλητος. Όπως παρατηρεί η Συμεωνίδου-Καστανίδου , και σήμερα μπορεί η Σύγκλητος, με την αυξημένη πλειοψηφία των δύο τρίτων που απαιτεί ο νόμος, να μεταβιβάζει τη σχετική αρμοδιότητα και να αναθέτει την απόφαση της πρόσκλησης στην εκτίμηση του Πρύτανη ή του Πρυτανικού Συμβουλίου, ώστε αυτοί να σταθμίσουν την αναγκαιότητα της αστυνομικής επέμβασης.



Β- Η συνταγματική προστασία του πανεπιστημιακού ασύλου και τα επιτρεπτά όρια τροποποίησης της ισχύουσας ρύθμισης

Β-1 Η συνταγματική κατοχύρωση του ασύλου

Στο πρώτο μέρος του άρθρου επιχειρήθηκε να δειχθεί η επάρκεια του θεσμικού πλαισίου, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της ύπαρξης ώριμου φοιτητικού κινήματος και πρυτανικών αρχών έτοιμων να ασκήσουν με ευθύνη τις εκ του νόμου υποχρεώσεις τους. Το δεύτερο αυτό μέρος αφενός αναλύει τη συνταγματική θεμελίωση του ασύλου, και αφετέρου αναδεικνύει τα προβλήματα συνταγματικότητας που, κατά τη γνώμη μου, έχουν αρκετές από τις προτάσεις «βελτίωσής» του, που περιλαμβάνονται στο πρόσφατο προσχέδιο νόμου που ανακοίνωσε το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Κατ’αρχήν, το άσυλο θεμελιώνεται συνταγματικά στις παραγράφους 1 και 5 του άρθρου 16 Συντ., ως θεσμική εγγύηση, απόρροια της αυτοδιοίκησης του πανεπιστημίου, που προστατεύει λειτουργικά την ακαδημαϊκή ελευθερία και, μέσω αυτής, ευρύτερα, το αγαθό της επιστημονικής ελευθερίας . Αντανακλαστικά απορρέει από αυτήν και ένα ατομικό δικαίωμα που θεμελιώνει αξίωση έναντι της κρατικής εξουσίας να μην επεμβαίνει στους πανεπιστημιακούς χώρους, παρά μόνον όταν αυτό ρητά επιτρέπεται από το νόμο.

Το άσυλο συνδέεται στενότερα με την θεσμική εγγύηση της αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ (παρ. 5 του άρθρου 16), παρά με αυτήν της ακαδημαϊκής ελευθερίας (παρ. 1). Δεδομένου, όμως, ότι υπηρετεί την τελευταία, ως μέσο προς σκοπό, έχει συμπληρωματική θεμελίωση και στην παρ. 1. Είναι δυνατόν, πάντως, να υπάρξει παραβίαση της ακαδημαϊκής ελευθερίας χωρίς παραβίαση του ασύλου. Για παράδειγμα, εάν υπάρξει ποτέ πανεπιστημιακή αστυνομία, τα μέλη του Πανεπιστημίου θα εξακολουθούν να έχουν έναντι αυτής όλες τις αξιώσεις που απορρέουν από την κατοχύρωση της ακαδημαϊκής ελευθερίας (παρ. 1 και 6 του άρθρου 16 Συντ.). Η εν λόγω όμως «αστυνομία», ακριβώς επειδή θα είναι όργανο του πανεπιστημίου και όχι της εκτελεστικής εξουσίας, εξορισμού δεν μπορεί να παραβιάζει το πανεπιστημιακό άσυλο, ακόμη και εάν προσβάλλει, αντισυνταγματικά, την ακαδημαϊκή ελευθερία. Για τον ίδιο λόγο είναι τεχνικά αδύνατο να προσβάλλει το πανεπιστημιακό άσυλο οποιαδήποτε ενέργεια από ιδιώτη, πολύ περισσότερο από μέλη της ίδιας της πανεπιστημιακής κοινότητας.

Υφίσταται, όμως, και μία παράλληλη sedes materiae του πανεπιστημιακού ασύλου, δυνάμει σχετικού συμπληρωματικού συνταγματικού εθίμου που εξειδίκευσε περαιτέρω το περιεχόμενο της έννοιας . Το novum που εισφέρει η παράλληλη αυτή θεμελίωση, είναι η σχετική διεύρυνση της παρεχόμενης προστασίας όχι μόνο στα μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας αλλά και σε όλους τους πολίτες, σε ό,τι αφορά, βεβαίως, την διακίνηση ιδεών.

Ως γνωστό, συνταγματικό έθιμο δημιουργείται όταν πληρωθούν δύο προϋποθέσεις, η μία υλικής και η άλλη ψυχολογικής φύσης: αφενός η ύπαρξη σταθερής πολιτειακής πρακτικής κάποιας διάρκειας (corpus του εθίμου) και αφετέρου η διαμόρφωση ευρείας πεποίθησης δικαίου ότι η πρακτική αυτή αποτελεί δεσμευτικό κανόνα (animus του εθίμου) . Κριτήριο για τη διαμόρφωση της νομιμοποιητικής συναίνεσης της animus, είναι η αποδοχή του εθίμου τόσο από το κυρίαρχο υποκείμενο της συνταγματικής τάξης, το λαό , όσο και από τα όργανα άσκησης της κρατικής εξουσίας.

Η διπλή αυτή συναίνεση αίρει, άλλωστε, την αντικανονικότητα της εισαγωγής μιας ρύθμισης όχι σύμφωνα με τους κανόνες αναθεώρησης του Συντάγματος, αλλά απευθείας από την «κανονιστική δύναμη του πραγματικού, όπως γράφει ο Burdeau: "ο βιασμός κοινή συναινέσει δεν είναι γνωστός στο δίκαιο. Ας απαρνηθούμε λοιπόν τις μεγάλες λέξεις κι ας μιλήσουμε για εξέλιξη, όρο επιεική που συγχωρεί την αμαρτία την ίδια στιγμή που την αποκαλύπτει." .

Συνήθως η ύπαρξη συναίνεσης προκύπτει από τη σχετική συμπεριφορά των θεσμών που διαμεσολαβούν τη λαϊκή θέληση, του κοινοβουλίου δηλαδή και των κομμάτων. Η διαμόρφωση της animus σε πρωτογενές επίπεδο, χωρίς δηλαδή τη μεσολάβηση κάποιου ενδιάμεσου πολιτικού θεσμού, είναι πολύ πιο δύσκολη, αλλά όχι αδύνατη και συμβαίνει ιδιαίτερα σε περιόδους όπου ο λαός εκτοξεύεται ορμητικά στο προσκήνιο της ιστορίας.

Παράδειγμα παρόμοιας εθιμικής «από τα κάτω» επιβολής ενός κανόνα στο χώρο του δημοσίου δικαίου αποτελεί το πανεπιστημιακό άσυλο, πριν από τη ρητή καθιέρωσή του με το άρθρο 2 παρ. 4-8 του ν. 1268/82. Οι απαρχές της θεμελιωτικής animus ανιχνεύονται ήδη στο 19ο αιώνα, εφόσον έγινε επίκλησή του ήδη στο πλαίσιο της πρώτης κατάληψης πανεπιστημιακού κτιρίου στην Αθήνα, τον Ιανουάριο του 1897 . Σε όλη την διάρκεια του 20ου αιώνα η ύπαρξη του ασύλου ήταν γενικής αποδοχής, με αμφισβήτηση μόνον των ορίων της χωρικής του έκτασης .

Αυτό δεν σημαίνει ότι η αστυνομία σεβάστηκε το άσυλο καθόλη την διάρκεια αυτής της περιόδου. Εξαιτίας των συχνών παραβιάσεών του, μάλιστα, ο Σαραφιανός υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το άσυλο αποτελεί συμπληρωματικό συνταγματικό έθιμο, εφόσον, κατ’αυτόν, «δύσκολα μπορούν να θεμελιωθούν ιστορικά οι προϋποθέσεις δημιουργίας του εθίμου (μακρά και ομοιόμορφη πρακτική και opinion juris)» .

Οι παραβιάσεις αποτελούν αναντίρρητο γεγονός, και μάλιστα όχι μόνον πριν, αλλά και μετά τη ρητή νομοθετική κατοχύρωση του ασύλου. Και όμως, κατά τη γνώμη μου, αυτές δεν αποτελούν απόδειξη ανυπαρξίας συνταγματικού εθίμου, για έναν απλό λόγο: οι αστυνομικές επεμβάσεις, ακόμη και κατά την δικτατορική περίοδο, πολύ περισσότερο μετά τη μεταπολίτευση, ουδέποτε έγιναν στο πλαίσιο της πεποίθησης ότι δεν υφίσταται πανεπιστημιακό άσυλο . Τα όργανα της κρατικής εξουσίας πάντα δρούσαν με την πεποίθηση ότι υφίσταται κανόνας δικαίου που, κατ’αρχήν, δεν επιτρέπει την πρόσβαση δημόσιας δύναμης στο χώρο του πανεπιστημίου, και προέβαλαν post factum και post festum διάφορα προσχήματα για να δικαιολογήσουν τις παραβιάσεις του. Μάλιστα, η ιστορική ειρωνία είναι ότι ήταν η βιαιότερη πράξη κατάλυσής του που επιβεβαίωσε οριστικά την ευρεία συναίνεση γύρω από την ύπαρξή του: η επέμβαση του στρατού για τη συντριβή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.

Συνεπώς, η δημιουργία της animus προέκυψε αφενός θετικά, με τη στάση των φοιτητών και των οργάνων του φοιτητικού κινήματος που θεωρούσαν δεδομένη την ύπαρξή του, αλλά και αρνητικά, με την συμπεριφορά των κρατικών οργάνων αστυνόμευσης. Συνιστά, δηλαδή, μια από τις περιπτώσεις που το υλικό στοιχείο, το corpus του εθίμου, δεν συνίσταται σε πράξη αλλά σε παράλειψη με συνείδηση δικαίου, την αποχή δηλαδή των διωκτικών οργάνων από τα συνήθη καθήκοντά τους στο χώρο που ορίζεται από το άσυλο.

.

Β-2 Προβλήματα συνταγματικότητας στις προτάσεις μεταρρύθμισης του ασύλου του προσχεδίου του Υπουργείου Παιδείας

Η συνταγματική κατοχύρωση του ασύλου έχει δύο σημαντικές συνέπειες: αφενός η κατάργηση ή ο δραστικός περιορισμός του δεν είναι δυνατός από τον κοινό νομοθέτη και, αφετέρου, τα βασικά εννοιολογικά του στοιχεία –και αυτά που συνδιαμορφώνει το συνταγματικό έθιμο- δεν μπορούν να θιγούν παρά μόνον με αναθεώρηση του Συντάγματος. Τα απαγορευμένα αυτά όρια φαίνεται να υπερβαίνει η σχετική πρόταση για την αλλαγή του θεσμικού πλαισίου της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Σε αυτήν προβλέπονται για το άσυλο τα εξής :

«Το ακαδημαϊκό άσυλο αναγνωρίζεται έναντι οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει για την κατοχύρωση των ακαδημαϊκών ελευθεριών και για την προστασία του δικαιώματος στη γνώση, τη μάθηση και την εργασία όλων ανεξαιρέτως των μελών των Α.Ε.Ι.»

Τρεις είναι οι σημαντικότερες αλλαγές σε σχέση με το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο:

α) Κατ’αρχάς, ενώ σύμφωνα με την ισχύουσα ρύθμιση της παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 1268/1982 το άσυλο αναγνωρίζεται «για την κατοχύρωση της ακαδημαϊκής ελευθερίας, της ελεύθερης επιστημονικής αναζήτησης και της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών», στο προσχέδιο, όπως συνέβαινε και με τα νομοσχέδια των κυβερνήσεων της Νέας Δημοκρατίας των ετών 1977-1980, συνδέεται τελολογικά μόνο με εργασιακούς και εκπαιδευτικούς σκοπούς.

β) Η έκταση της προστασίας περιορίζεται μόνον στα μέλη των Α.Ε.Ι., πράγμα που αντιφάσκει με τον «πραγματοπαγή» και χωρικά προσαντολισμένο χαρακτήρα του ασύλου, που προστατεύει την αυτοδιοίκηση και το χώρο per se του Πανεπιστημίου και όχι τα πρόσωπα.

γ) Παρεισάγεται, τέλος, σύγχυση ως προς τον φορέα της σχετικής υποχρέωσης, εφόσον τούτο δεν αναγνωρίζεται μόνον έναντι της κρατικής εξουσίας άλλα «έναντι οποιουδήποτε».

Και τα τρία αυτά σημεία είναι, κατά τη γνώμη μου, προβληματικά ως προς τη συνταγματικότητά τους.

• Κατ’αρχήν, όπως προσφυώς παρατηρείται, είναι αντισυνταγματική η «συρρίκνωση του πεδίου εφαρμογής του» στο βαθμό που επιχειρείται η αποσύνδεσή του από την ακαδημαϊκή ελευθερία και την ελεύθερη διακίνηση ιδεών . Ως προς το σημείο αυτό η ρύθμιση δεν είναι μόνον αντίθετη στο διαμορφωμένο συνταγματικό έθιμο αλλά προσκρούει επίσης και στο άρθρο 16 παρ. 1 του Συντάγματος.

• Σε ό,τι αφορά το δεύτερο: Ο περιορισμός της προστασίας μόνον στα μέλη ΔΕΠ, μολονότι ευλογοφανής, φαίνεται να υπολαμβάνει, κατά παράβαση της συνταγματικά προστατευόμενης αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ , ότι σε περίπτωση που βρίσκονται εντός των χώρων του Πανεπιστημίου εξωπανεπιστημιακοί, η αστυνομική δύναμη μπορεί να επεμβαίνει, χωρίς να παραβιάζεται το άσυλο. Αυτό δεν αποτελεί απλώς παρεξήγηση της έννοιας του ασύλου, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αλλά είναι ευθέως αντίθετο με τις ρυθμίσεις της παραγράφου 5 του άρθρου 16».

• Για τους ίδιους λόγους δεν είναι δυνατό μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας να παραβιάζουν το άσυλο, π.χ. οι φοιτητές μέσω των καταλήψεων .



Κανείς δεν μπορεί να προδικάσει το μέλλον των προτάσεων αυτών. Σε τελευταία ανάλυση, πάντως, όπως συμβαίνει με κάθε θεσμό που επιβλήθηκε στην κρατική εξουσία ως καρπός πολιτικών αγώνων και κοινωνικών συγκρούσεων, δεν είναι ο νομοθέτης, ούτε τα δικαστήρια αλλά η ίδια η κοινωνία που θα κρίνουν την επιβίωσή του ασύλου. Jura sunt vigilantibus scripta. Τα δικαιώματα ανήκουν σε όσους επαγρυπνούν, με άλλα λόγια σε όσους όχι μόνον θέλουν, αλλά και μπορούν να τα περιφρουρήσουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου